1NEWS – ΝΕΑ ΚΑΙ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΟΛΟ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ


Ο Κουρτ Βάιλ (Kurt Weill) ήταν γερμανο-αμερικανός συνθέτης, από τους σημαντικότερους της γενιάς του, με αποφασιστική συμβολή στη δημιουργία ενός νεώτερου μουσικού θεάτρου με έντονη κοινωνική σάτιρα και κριτική. Δημιούργησε τα σημαντικότερα έργα του κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου στη Γερμανία της εύθραυστης Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, με την καθοριστική συνεργασία του Μπέρτολτ Μπρεχτ την τριετία 1927 – 1930. Πολλά είναι τα γνωστά τραγούδια του («Mack the Knife», «Alabama Song», «Pirate Jenny», «Surabaya Johnny», «Speak Low», «Lost in the Stars», «My Ship», «September Song»), τα οποία έχουν ερμηνεύσει μεγάλα ονόματα από διαφορετικά μουσικά είδη.

Ο Κουρτ Γιούλιαν Βάιλ γεννήθηκε στις 2 Μαρτίου 1900 στο Ντέσαου της Σαξωνίας από γονείς ιουδαϊκού θρησκεύματος. Σπούδασε μουσική με δασκάλους τον Άλμπερτ Μπινγκ, τον Ένγκελμπερτ Χούμπερτινκ και τον Ιταλό Φερούτσιο Μπουζόνι, έναν ανοιχτόμυαλο συνθέτη και δάσκαλο, που επηρέασε πολλούς πρωτοποριακούς συνθέτες του 20ο αιώνα.

Την περίοδο αυτή, ο Βάιλ συνέθετε ενόργανη μουσική σε ύφος εξπρεσιονιστικό, πειραματικό και αφηρημένο. Οι δύο πρώτες όπερές του «Ο Πρωταγωνιστής» («Der Protagonist», 1925) και «Royal Palace» (1926), τον καθιέρωσαν ως ένα από τους πολλά υποσχόμενους νέους συνθέτες όπερας, μαζί με τους Έρνστ Κρένεκ και Πάουλ Χίντεμιτ. Δάσκαλος και ο ίδιος της μουσικής, είχε ως μαθητές δύο σπουδαίους έλληνες συνθέτες, τον Γιάννη Κωνσταντινίδη (τον Κώστα Γιαννίδη του ελαφρού τραγουδιού) και τον Νίκο Σκαλκώτα.

Ο Κουρτ Βάιλ με τον Μπέρτολτ ΜπρεχτΚαθοριστική στιγμή στη μουσική του διαδρομή υπήρξε η τρίχρονη συνεργασία του (1927-1930) με τον ποιητή και δραματουργό Μπέρτολτ Μπρεχτ, ο οποίος εκείνα τα χρόνια είχε διατυπώσει τη θεωρία του για ένα θέατρο με κοινωνικό περιεχόμενο, που θα βασίζεται στην αρχή της «αποστασιοποίησης». Η αρχή της «αποστασιοποίησης» σήμαινε ότι ο θεατής δεν πρέπει να ταυτίζεται συναισθηματικά με τους θεατρικούς ήρωες, αλλά αντίθετα πρέπει να κρατάει μία απόσταση από τα δρώμενα, έτσι ώστε να μπορεί να βλέπει πίσω από τους θεατρικούς ρόλους τα ανθρώπινα κίνητρα και να μπορεί να κρίνει την κοινωνία.

Καρποί της συνεργασίας αυτής υπήρξαν δύο σπουδαία έργα, οι όπερες «Ακμή και Παρακμή της Πόλης Μαχαγκόνυ» («Aufstieg und Fall der Stadt Mahagonny», 1929), μία έντονη σάτιρα της ζωής σε μία φανταστική αμερικανική πόλη με το γνωστό τραγούδι «Alabama Song» και «Η Όπερα της Πεντάρας» («Die Dreigroschenoper», 1929), η γνωστότερη (και από τα τραγούδια «Mack the Knife» και «Pirate Jenny») και ίσως η περίφημη δημιουργία του συνθέτη, βασισμένη στο θεατρικό έργο του Τζον Γκρέι «Όπερα του Ζητιάνου» («The Beggar’s Opera», 1728), που έχει ως πρωταγωνιστές της τον υπόκοσμο του Βερολίνου της δεκαετίας του ‘20.

Την ίδια χρονιά, ο Βάιλ παρουσίασε τη μουσική κωμωδία «Happy End», από την οποία ξεχωρίζει το τραγούδι «Surabaya Johnny». Ο Μπρεχτ έγραψε τα λιμπρέτι και η σύζυγος του Βάιλ, Λότε Λένια, ήταν η πρώτη διδάξασα στο τραγούδι. Η μουσική του Βάιλ συνδυάζει στοιχεία της οπερέτας, του καμπαρέ, της λαϊκής μουσικής και της τζαζ.

Ο Κουρτ Βάιλ με τη σύζυγό του, Λότε ΛένιαΑνάμεσα στα οργανικά έργα του Βάιλ, ιδιαίτερη σημασία έχουν η «Συμφωνία αρ. 1» (γνωστή και ως «Βερολινέζικη Συμφωνία», 1921), η «Συμφωνία αρ. 2» (γνωστή και ως «Παρισινή Συμφωνία», 1933) και το «Κοντσέρτο για βιολί, πνευστά, κοντραμπάσο και κρουστά (1924). Και τα τρία αυτά έργα εκτιμήθηκαν κι έγιναν γνωστά μετά το θάνατο του συνθέτη.

Ήδη από το 1930, ο Βάιλ είχε μπει στο στόχαστρο εθνικιστικών και ναζιστικών κέντρων, που στόχευαν στην απομάκρυνσή του από τα κρατικά θέατρα. Το 1933, όταν οι Ναζί ανέλαβαν την εξουσία, ο συνθέτης, ανεπιθύμητος τόσο για πολιτικούς όσο και ρατσιστικούς λόγους, κατέφυγε στο Παρίσι, όπου παρουσίασε το σατιρικό μπαλέτο «Τα επτά Θανάσιμα αμαρτήματα» («Die Sieben Todsiinden») σε λιμπρέτο του Μπέρτολτ Μπρεχτ. Τα έργα του ήταν απαγορευμένα στη Γερμανία ως «παρακμιακά» μέχρι το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

To 1935 εγκαταστάθηκε στη Νέα Υόρκη, όπου τα έργα του, κυρίως μιούζικαλ, σημείωσαν μεγάλη επιτυχία στα θέατρα του Μπρόντγουεϊ. Από τα έργα αυτά της αμερικανικής περιόδου αξίζει ν’ αναφερθούν τα «Τζόνυ Τζόνσον» («Johnny Johnson», 1936), «Αιώνιος Δρόμος» («The Eternal Road», 1937), «Διακοπές του Νίκερμποκερ» («KnickerBocker Holiday», 1938) με το γνωστό τραγούδι «September Song», «Κυρία στο σκοτάδι» («Lady in the Dark», 1941) με το τραγούδι «My Ship», «Ένα άγγιγμα της Αφροδίτης» («One Touch of Venus», 1943) με το τραγούδι «Speak Low», «Σκηνή του Δρόμου» («Street Scene», 1947), «Χαμένοι στ’ αστέρια» («Lost in Stars», 1949) με το ομώνυμο τραγούδι και η λαϊκή όπερα «Κάτω στην κοιλάδα» («Down in the Valley», 1948).

Ο Κουρτ Βάιλ πέθανε ξαφνικά από καρδιακή προσβολή στις 3 Απριλίου 1950, στη Νέα Υόρκη, σε ηλικία 50 ετών. Το 1985, ο παραγωγός Χαλ Γουίλνερ παρουσίασε το άλμπουμ «Lost in the Stars: The Music of Kurt Weill», στο οποίο γνωστοί μουσικοί (Τοντ Ράντγκριν, Τομ Γουέιτς, Λου Ριντ, Τσάρλι Χέιντεν, Στινγκ κ.ά.), ερμηνεύουν τραγούδια του Κουρτ Βάιλ.

Source link

Σχετικές αναρτήσεις

This website uses cookies to improve your experience. We'll assume you're ok with this, but you can opt-out if you wish. Δεχομαι Διαβαστε περισσοτερα