1NEWS – ΝΕΑ ΚΑΙ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΟΛΟ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ


Η Ιζαμπέλ Ιπέρ (Isabelle Huppert) είναι γαλλίδα ηθοποιός του θεάτρου και του κινηματογράφου, με μακροχρόνια και αξιοσημείωτη διεθνή καριέρα. Φημίζεται για την υποκριτική της ευελιξία και το συγκρατημένο της παίξιμο.

Η Ιζαμπέλ Αν Μαντλίν Ιπέρ γεννήθηκε στις 16 Μαρτίου 1955 στο 16ο διαμέρισμα του Παρισιού, το Κολωνάκι της γαλλικής πρωτεύουσας, αν θέλαμε να κάνουμε κάποια σύγκριση με τα καθ’ ημάς. Ο πατέρας της ήταν κατασκευαστής χρηματοκιβωτίων και η μητέρα της καθηγήτρια Αγγλικών. Από μικρή ενδιαφέρθηκε για την υποκριτική και το 1968 έγινε δεκτή στο Ωδείο των Βερσαλιών. Τρία χρόνια αργότερα, σε ηλικία 16 ετών, έκανε το ντεμπούτο της στον κινηματογράφο με το ρομαντικό δράμα της Νίνα Κομπανέζ «Faustine et le bel été». Αν και ο ρόλος της ήταν μικρός προσέχθηκε από το κινηματογραφικό σινάφι και μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’70 είχε παίξει σε περισσότερες από 15 ταινίες.

Το 1977 άρχισε να γίνεται γνωστή κι εκτός γαλλικων συνόρων, όταν βραβεύτηκε με το αγγλικό κινηματογραφικό βραβείο BAFTA για την ερμηνεία της στη δραματική ταινία του Κλοντ Γκορετά «Για μια νύχτα αγάπης» («The Dantentellière»), στην οποία υποδύεται μία νεαρή γυναίκα που καταρρέει ψυχολογικά, όταν εγκαταλείπεται από τον εραστή της. Την επόμενη χρονιά βραβεύτηκε στις Κάννες για την ερμηνεία της στο αστυνομικό δράμα του Κλοντ Σαμπρόλ «Violette Nozière», βασισμένη σε μία αληθινή ιστορία που συντάραξε το Παρίσι του Μεσοπολέμου. Η Ιπέρ υποδύεται μια νεαρή κοπέλα, τη Βιολέτ Νοζιέρ, η οποία θέλοντας να ξεφύγει από τον μικροαστικό και ασφυκτικό κλοιό της οικογένειάς της καταφεύγει στην πορνεία, πάντα με τα δικά της υψηλά κριτήρια, ερωτεύεται τον λάθος άνθρωπο και αποφασίζει να δηλητηριάσει τους γονείς της. Ήταν η πρώτη από τις επτά ταινίες της Ιπέρ με τον σπουδαίο γάλλο σκηνοθέτη.

Το 1980, στην πρώτη της αγγλόφωνη παραγωγή, έπαιξε στο γουέστερρν του Μάικλ Τσιμίνο «Η πύλη της Δύσεως» («Heaven’s Gate»), μία ταινία που χτυπήθηκε άγρια από τους κριτικούς, αγνοήθηκε από το κοινό και καταβαράθρωσε την καριέρα ενός ξεχωριστού δημιουργού. Αν και ευπροσάρμοστη ηθοποιός, έμπειρη τόσο σε κωμικούς όσο και σε δραματικούς ρόλους, διακρίθηκε ιδιαιτέρως σε ρόλους αντιηρωίδων με αμφισβητούμενη ηθική. Στην κινηματογραφική προσαρμογή του Κλοντ Σαμπρόλ (1991) της «Μαντάμ Μποβαρί» του Γκιστάβ Φλομπέρ, έπαιξε την τραγική Έμμα Μποβαρί, μία δυστυχισμένη μεσοαστή, της οποίας οι πολλές εξωσυζυγικές σχέσεις την οδήγησαν τελικά στην αυτοκτονία της. Για την ερμηνεία της η Ιπέρ έλαβε αποθεωτικές κριτικές.

Το 1994 πρωταγωνίστησε ως μία πρώην μοναχή που γίνεται πορνογράφος για τα προς το ζην στη μαύρη κωμωδία του Χαλ Χάρτλεϊ «Amateur» και τον επόμενο χρόνο στο δραματικό θρίλερ του Κλοντ Σαμπρόλ «Η Τελετή» («La Cerémonie»), στην οποία υποδύεται μία ταχυδρόμο με σκοτεινό και εγκληματικό παρελθόν. Το 1998 έπαιξε μία καριερίστρια που τα φτιάχνει μ’ έναν νεαρό μπάρμαν στην ταινία «Η σχολή της σάρκας» («L’ École de la Chair»), που σκηνοθέτησε ο Μπενουά Ζακό και βασίζεται σε νουβέλα του Γιούκιο Μίσιμα.

Το 2001 η Ιπέρ έδωσε μία ακόμη σπουδαία ερμηνεία ως σεξουαλικά καταπιεσμένη δασκάλα του πιάνου στο ερωτικό δράμα του ενοχλητικού αυστριακού σκηνοθέτη Μίκαελ Χάνεκε «Η δασκάλα του πιάνου» («La Pianiste»), που βασίζεται στο ομώνυμο μυθιστόρημα της νομπελίστριας συγγραφέως Ελφρίντε Γέλινεκ. Τον επόμενο χρόνο στράφηκε και πάλι στην κωμωδία του Φρανσουά Οζόν «8 Γυναίκες» («8 femmes»), πρωταγωνιστώντας δίπλα στην Κατρίν Ντενέβ, την Εμανουέλ Μπεάρ και τη Φανί Αρντάν.

Οι επόμενες παρουσίες της στη μεγάλη οθόνη περιελάμβαναν την κωμωδία «Το νόημα της ζωής και πώς να το χάσετε» («I Heart Huckabees», 2004), με πρωταγωνιστές ντετέκτιβ που επιλύουν τα υπαρξιακά προβλήματα των πελατών τους, την ταινία εποχής του Πατρίς Σερό «Gabrielle» (2005), που αφηγείται την κατάρρευση ενός γάμου και το δράμα του Κλοντ Σαμπρόλ «Η γοητεία της εξουσίας» («L’ Ivresse du pouvoir», 2006), στην οποία υποδύεται μία δικαστίνα που ηγείται μιας έρευνας για εταιρική διαφθορά. Το 2008 εμφανίστηκε ως ιδιοκτήτρια φυτείας στη γαλλική Ινδοκίνα στην ταινία του καμποτζιανού σκηνοθέτη Ρίτι Πανχ «Ένα φράγμα στον Ειρηνικό» («Un Barrage contre le Pacifique», 2008), μία προσαρμογή του ομώνυμου μυθιστορήματος της Μαργκερίτ Ντιράς.

Τον επόμενο χρόνο έπαιξε σε μία ακόμη ταινία που εξερευνά τις επιδράσεις της αποικιοκρατίας στους τοπικούς πληθυσμούς. Στο δράμα της Κλερ Ντενί «Λευκή Υπεροχή» («White Material», 2009), υποδύεται μία γαλλίδα αγρότισσα που υπερασπίζεται τη φυτεία καφέ από τους αντάρτες σε μία μη κατονομαζόμενη αφρικανική χώρα. Το 2012 πρωταγωνίστησε σε τριπλό ρόλο στη σινεφιλική ταινία του νοτιοκορεάτη σκηνοθέτη Σανγκ-σου Χονγκ «Στη χώρα των άλλων» («Tarŭn naraesŏ», 2012) και την ίδια χρονιά έπαιξε στο δράμα του Μίκαελ Χάνεκε «Αγάπη» («Amour»), υποδυόμενη την κόρη ενός ηλικιωμένου ζευγαριού που έρχεται αντιμέτωπο με τη θνητότητα.

Το 2013 εμφανίστηκε στο αστυνομικό δράμα «Η γεύση του εγκλήματος» («Dead Man Down» και την ίδια χρονιά στην «Εξαφάνιση της Έλινορ Ρίγκμπι» («The Disappearance of Eleanor Rigby», 2013–2014), μία τριλογία πειραματικών ταινιών του Νεντ Μπένσον.

Το 2016 πρωταγωνίστησε στο θρίλερ του Πολ Βερχόφεν «Εκείνη» («Elle»), στο ρόλο μιας επιτυχημένης επιχειρηματία που βιάζεται μέσα στο σπίτι της από έναν άγνωστο μασκοφόρο και αποφασίζει να μην καταγγείλει την αποτρόπαια πράξη στην αστυνομία, αλλά να αναμετρηθεί μόνη της με τον βιαστή της. Η ερμηνεία της επαινέθηκε και της απέφερε την πρώτη Χρυσή Σφαίρα της καριέρας της και την πρώτη της υποψηφιότητα για Όσκαρ. Την ίδια χρονιά έπαιξε στην κομεντί «Σουβενίρ» (Souvenir), στην οποία υποδύθηκε μία πρώην τραγουδίστρια στο διαγωνισμό τραγουδιού της Γιουροβίζιον, η οποία, με τον νεαρό εραστή της, σχεδιάζει μία δυναμική επιστροφή.

Το 2017 εμφανίστηκε αρκετές φορές στον κινηματογράφο, με πιο αξιοσημείωτη παρουσία στο δράμα του Μίκαελ Χάνεκε «Happy End», μία ταινία για μία προβληματική πλούσια οικογένεια. Την επόμενη χρονιά πρωταγωνίστησε ως μοναχική χήρα στην ταινία τρόμου του Νιλ Τζόρνταν «Η Χήρα» («Greta») και το 2020 ως έμπορος ναρκωτικών στην αστυνομική κωμωδία «La Daronne».

Αν και είναι πιο γνωστή για το κινηματογραφικό της έργο, η Ιπέρ έχει να επιδείξει πλούσια θεατρική διαδρομή. Εμφανίζεται συχνά σε γαλλικές παραγωγές και το 1996 έκανε το ντεμπούτο της στο Λονδίνο, παίζοντας τη Μαίρη Στιούαρτ στο ομώνυμο έργο του Σίλερ. Το 2005 εμφανίστηκε για πρώτη φορά στη σκηνή της Νέας Υόρκης, πρωταγωνιστώντας στο σύγχρονο έργο της Σάρας Κέιν «4.48 Ψύχωση».

Η Ιζαμπέλ Ιπέρ είναι παντρεμένη από το 1982 με τον γαλλολιβανέζο συγγραφέα και σκηνοθέτη Ρονάλντ Σαμά, με τον οποίο έχει αποκτήσει τρία παιδιά. Η κόρη της Λολίτα Σαμά βαδίζει στα χνάρια της μητέρας της, ενώ ο γιος της Λορέντζο διευθύνει τον οικογενειακό κινηματογράφο τέχνης «Christine 21» στο Παρίσι.

Source link

Σχετικές αναρτήσεις

This website uses cookies to improve your experience. We'll assume you're ok with this, but you can opt-out if you wish. Δεχομαι Διαβαστε περισσοτερα